διαρκής

διαρκ-ής, ές,
A sufficient,

χώρα Th.1.15

;

τροφή Arist.HA626a2

, Thphr.CP1.11.6;

δυνάμεις D.H.4.23

, etc.
2 lasting,

ὠφέλεια D.3.33

;

ἐπὶ πολύ D.H.6.54

: [comp] Comp., Luc.Anach.24: [comp] Sup., with staying power, of an athlete, Paus.6.13.3;

ἵπποι Them.Or.11.146a

. Adv.

-κῶς S.E.P. 3.115

, Eun.Hist.p.209D., Demoph.Sent.10, etc.; δ. ἔχειν τι to be amply provided with, Procop.Pers.1.21, al.: [comp] Sup.

διαρκέστατα ζῆν

in complete competence,

X.Mem.2.8.6

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαρκής — sufficient masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, επίρρ. ώς 1. παρατεταμένος, αδιάκοπος: Ο πόθος των λαών για ειρήνη είναι διαρκής. 2. μόνιμος, σταθερός: Τους κούρασε η διαρκής συμβίωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαρκής — ές (AM διαρκής, ές) 1. αδιάκοπος, συνεχής, αδιάλειπτος 2. παρατεινόμενος για αρκετό χρόνο 3. σταθερός, μόνιμος αρχ. επαρκής, αρκετός …   Dictionary of Greek

  • διαρκής — [диаркис] επ. продолжительный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαρκῇς — διαρκέω suffice pres subj act 2nd sg διαρκέω suffice pres subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκῆ — διαρκής sufficient neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) διαρκής sufficient masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) διαρκής sufficient masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκέστερον — διαρκής sufficient adverbial comp διαρκής sufficient masc acc comp sg διαρκής sufficient neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκεστέρων — διαρκής sufficient fem gen comp pl διαρκής sufficient masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκέα — διαρκής sufficient neut nom/voc/acc pl (epic ionic) διαρκής sufficient masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκές — διαρκής sufficient masc/fem voc sg διαρκής sufficient neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρκέστατα — διαρκής sufficient adverbial superl διαρκής sufficient neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.